διάσυρτος

διάσυρ-τος, ον,
A drawn through,

λημνίσκος Paul.Aeg.6.34

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διάσυρτος — ον (Α) βλ. διάσυρτο …   Dictionary of Greek

  • διάσυρτον — διάσυρτος drawn through masc/fem acc sg διάσυρτος drawn through neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάσυρτο — το (Α διάσυρτος, ον) νεοελλ. το ουδ. ως ουσ. 1. ταινία από μετάξι ή βαμβάκι, που εισάγεται με τη βοήθεια μιας βελόνας κάτω από την επιδερμίδα και αφήνεται εκεί για να μετατρέψει σε πύον τη φλόγωση παρακείμενων οργάνων, κν. το φιτίλι 2. παλιότερη… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.